Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Διαβάζω λαϊκά παραμύθια

Με αφορμή το λαϊκό παραμύθι "  Η Χελώνα και ο Ρεβυθάκης" διαβάζουμε λαϊκά παραμύθια και τα αφηγούμαστε στην τάξη .



1. Το χρυσόψαρο  

Μια φορά ήταν ένας φτωχός ψαράς, κι όλη νύχτα αγωνιζόταν να πιάσει ψάρι και δεν έπιανε. Κόντεψε τέλος η αυγή, έριξε πάλι τ’ αγκίστρι του κι έλεγε απομέσα του: «Ω, Θεέ μου, δυστυχία! σήμερα θα πεθάνουν τα παιδιά μου απ’ την πείνα».

  Του φάνηκε τότε πως τσίμπησε ψάρι και τράβηξε τ’ αγκίστρι. Τι να δει! Ένα ψαράκι χρυσό! Έκανε να το βγάλει απ’ τ’ αγκίστρι κι άκουσε μια φωνή να του λέει: «Ρίξε το ψαράκι το χρυσό στο γιαλό, και θα δεις καλό».
  – Ε, λέει με το νου του, να το ρίξω! έτσι κι έτσι δεν θα μου κάμει τίποτε ένα ψαράκι.
  Και το ’ριξε στη θάλασσα. Πάλι ακούει την ίδια φωνή να του λέει:
  – Τι καλό θέλεις να σου κάμω;
  – Ε, λέει, να πάω στο σπίτι μου και να βρω ψωμιά και φαγιά.

  Σαν πήγε στο σπίτι του, τα ήβρεν όλα όπως του είπε η φωνή. Είπε την ιστορία όλη στη γυναίκα του.
  – Αχ, καλέ, του λέει αυτή, αντί να ζητήσεις, τίποτε καλό, ζήτησες ψωμιά και φαγιά;
  – Ε, καλά, της λέει αυτός. Αν το ξαναπιάσω, τι θέλεις να του ζητήσω;
  Η γυναίκα τού είπε να ζητήσει παλάτια!

  Επήγεν ο καημένος ο ψαράς, έριξε το δίχτυ κι έπιασε πάλι το χρυσόψαρο. Έκανε να το βγάλει πάλι απ’ τ’ αγκίστρι και άκουσε τη φωνή: «Ρίξε το ψαράκι το χρυσό στο γιαλό, και θα δεις καλό».
  Το έριξε, κι άκουσε πάλι τη φωνή: «Τι καλό θέλεις να σου κάμω;» κι αυτός εζήτησε παλάτια.

  Πάει στο σπίτι του και τι να δει; παλάτια ωραιότατα!
   – Αχ, του λέει η γυναίκα του, να πά’ να το ξαναπιάσεις και να του ζητήσεις συ να γίνεις βασιλιάς κι εγώ βασίλισσα.
 Επήγε πάλι κι έκαμεν όπως έκαμνε και τις άλλες φορές, άκουσε τη φωνή και ζήτησε ό,τι του είπε η γυναίκα του. Μα πάει κατόπι στο σπίτι του, και τι να δει; Μια καλύβα όπως πρώτα, και τα παιδιά του πεινασμένα.




2. Ποιο είναι το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο 

 Μια φορά ήταν δυο αδέρφια κι είχαν μαζί ένα κτήμα. Ο ένας απ’ τους δυο ήταν έξυπνος, ο άλλος ήταν κουτός.
  Μια μέρα λέει ο έξυπνος του κουτού:
  – Αδερφέ, θέλω να μοιράσομε το κτήμα.
  – Να το μοιράσωμε, αδερφέ μου, λέει ο καημένος ο κουτός.
  Πάει λοιπόν κάποια μέρα ο έξυπνος και μοιράζει το κτήμα και διαλέγει κιόλα. Το χωράφι δεν ήταν όλο καλό· το μισό ήταν πρώτης γραμμής γη και τ’ άλλο ήταν ένα παλιοχώραφο. Ο έξυπνος διάλεξε και πήρε το καλό κι αφήκε τ’ αλλουνού το άχρηστο, το παλιοχώραφο.

  Ο καημένος ο κουτός ήθελε κι εκείνος το καλό κι αφού δεν μπορούσε να κάμει αλλιώς, φεύγει και πάει στο βασιλιά. Κι ο βασιλιάς στέλνει ευθύς ένα στρατιώτη και καλεί τον άλλο κι εκοίταξε να τους συμβιβάσει, μα αυτοί τίποτε! Ήθελαν και οι δυο το καλό. Τους λέει τότε να μοιράσουν το κτήμα αλλιώτικα, να πάρουν κι οι δυο κι από το καλό κι από τ’ αχαμνό. Μα αυτοί τίποτε! ήθελαν και οι δύο το καλό.

  Αφού είδε την επιμονή τους, ο βασιλιάς εσκέφθηκε να τους πει ένα λόγο κι όποιος τον εξηγήσει, να παίρνει το καλό χωράφι. Τους λέει λοιπόν: «Για να μη μαλώνετε, θα σας πω ένα λόγο κι όποιος τον εξηγήσει, θα παίρνει το καλό χωράφι». Είπαν κι οι δυο «ναι». – Ο έξυπνος όλος χαρά! Σου λέει: ο αδερφός μου είναι κουτός· εγώ θα το εξηγήσω. – Τους λέει λοιπόν ο βασιλιάς: «Θέλω να μου πείτε, ποιο είναι το γληγορότερο πράμα του κόσμου, και σας δίνω διορία οχτώ μέρες να σκεφθείτε».

  Φεύγουν αυτοί, πάνε στα σπίτια τους. Αρχίζει ο έξυπνος να σκέπτεται. Λέει: αυτό είναι, εκείνο είναι, τ’ άλλο είναι…
  Ό,τι κι αν υπάρχει πια στον κόσμο πες πως είναι κείνο. Ο καημένος ο κουτός δεν ήταν άξιος να σκεφθεί τίποτε. Στενοχωριόταν λοιπόν κι αναστέναζε όλη μέρα κι όλη νύχτα.
  Αυτός είχε μια θυγατέρα που η ομορφιά της δεν είχε ταίρι στον κόσμο και τον ερώτησε:
  – Τι έχεις, πατέρα, κι αναστενάζεις;
  Της λέει λοιπόν την ιστορία, πως τους είπε ο βασιλιάς να του εξηγήσουν ένα λόγο κι όποιος τον εξηγήσει, θα παίρνει το καλό χωράφι.
  – Και τι είν’ ο λόγος αυτός, πατέρα;
  – Θέλει να του πούμε ποιο είναι το γληγορότερο πράμα του κόσμου.
  – Μη στενοχωριέσαι, πατέρα μου, του λέει, και την ημέρα που θα ’ναι για να πας, θα σου πω εγώ τι να πεις και θα κερδίσεις.

  Επήρε αέρα ο άνθρωπος.
  Επέρασαν οι μέρες, ήρθεν η ώρα που θα πηγαίνανε στο βασιλιά. Πάει τότε κι ερωτά τη θυγατέρα του, κι εκείνη του λέει: «Θα πεις, πατέρα, πως το πιο γλήγορο πράμα του κόσμου είναι ο νους».
  Πάνε λοιπόν στο παλάτι, τους ερωτά ο βασιλιάς. Λέει ο έξυπνος πως το γληγορότερο πράμα του κόσμου είναι το πουλί.
  – Όχι, του λέει ο βασιλιάς.
  – Είναι τ’ άλογο.
  – Όχι, του ξαναλέει ο βασιλιάς. Λέγε συ, λέει του άλλου.
  – Πολυχρονεμένε βασιλιά, λέει ο κουτός, το γληγορότερο πράμα του κόσμου είναι ο νους, γιατί ενώ είμαστε εμείς εδώ, ο νους μας μπορεί να ’ναι στην Αμερική!
  – Μάλιστα, λέει ο βασιλιάς, το βρήκες. Θα σας πω όμως άλλο ένα. Θα μου πείτε ποιο είναι το βαρύτερο πράμα του κόσμου.
  Ο έξυπνος λέει πάλι μέσα του: «Όσο γι’ αυτό θα τόβρω». Πάει λοιπόν πάλι σπίτι του κι αρχίζει να σκέπτεται.

  Ο καημένος ο κουτός ήταν σίγουρος. «Εγώ έχω τη θυγατέρα μου που θα μου πει», έλεγε απομέσα του. Της το λέει λοιπόν πως αυτό κι αυτό και μας είπε να του πούμε ποιο είναι το βαρύτερο πράμα του κόσμου.

  Του λέει λοιπόν η θυγατέρα του πως την ημέρα που θα πρόκειται να πάνε, θα του πει. Η καημένη η κοπέλα τον εφοβόταν· μπορεί, έλεγε, να το πει, να τ’ ακούσει ο θείος μου και θα το πει εκείνος στο βασιλιά να κερδίσει.
  Επέρασαν πάλι οι οχτώ μέρες που τους είχε προθεσμία ο βασιλιάς και πάει και την ερωτά. Του λέει: Να πας και να του πεις πως το βαρύτερο πράμα του κόσμου είναι η φωτιά. Κι αν σ’ ερωτήσει γιατί, να του πεις: «Γιατί δε μπορεί κανείς να σηκώσει πολλή».
  Φεύγουν, πάνε στο παλάτι, τους ερωτά ο βασιλιάς. Πρώτος λέει ο έξυπνος, πως το βαρύτερο πράμα του κόσμου είναι το σμυρίγλι.
  – Όχι, του λέει ο βασιλιάς.
  – Το σίδερο.
  – Μήτε αυτό.
  Τότε λέει ο άλλος:
  – Το βαρύτερο πράμα του κόσμου είναι η φωτιά.
  – Μα γιατί; τον ερωτά ο βασιλιάς.
  – Γιατί δε μπορούμε να τη σηκώνομε.
  – Ναι, αυτό είναι, λέει ο βασιλιάς. Θα σας πω όμως άλλο ένα και θα ’ρθετε πάλι σαν περάσουν οι οχτώ μέρες και τότε πια θα τελειώσει η υπόθεσή σας. Θα μου πείτε, ποιο είναι το πιο αναγκαίο πράμα του κόσμου.

  Φεύγουν πάλι, πάνε στα σπίτια τους. Πέφτει πάλι ο έξυπνος σε συλλογή. Λέει: «τι είναι; τι δεν είναι; τα λεφτά είναι!»
  Ο άλλος το λέει στη θυγατέρα του. «Θα σου πω, πατέρα», του λέει.
  Ήρθε πάλι η ώρα, πάει, την ερωτά· του λέει: «Θα πεις πως είναι το πιο αναγκαίο πράμα του κόσμου η γη, κι εκείνος θα σ’ ερωτήσει “γιατί” κι εσύ θα πεις πως, αν δεν υπήρχεν η γη, πού θα στεκόμασταν;»
  Πάνε πάλι στο παλάτι. Λέει ο άλλος πως το πιο αναγκαίο πράμα του κόσμου είναι τα λεφτά.
  – Όχι, του λέει ο βασιλιάς.
  – Το ψωμί.
  – Όχι.
  Λέει λοιπόν κι ο καημένος ο κουτός πως το πιο αναγκαίο πράμα του κόσμου είναι η γη.
  – Ναι, λέει ο βασιλιάς. Τώρα είναι δικό σου το καλό χωράφι.
  Τότε πια δεν μπορούσε κι ο άλλος να μιλήσει.
  Πριν φύγουν αποκεί, παίρνει ο βασιλιάς τον κερδισμένο και πάνε σε μιαν άλλη κάμαρα του παλατιού και του λέει:
  – Θέλω να μου πεις ποιος σου τα εξήγησεν αυτά κι ήρθες και τα είπες;
  – Μοναχός μου, του λέει.
  – Δε λες αλήθεια, λέει ο βασιλιάς. Θέλω να μου πεις ποιος σου τα είπε. Τώρα πια δεν έχεις κανένα φόβο. Το κτήμα είναι δικό σου.
  Αρχίζει λοιπόν ο άνθρωπος και του λέει πως έχει μια θυγατέρα κι εκείνη του τα είπε.
  – Να την φέρεις αύριο στο παλάτι, του λέει, να την ιδώ.

  Παίρνει ο καημένος ο γέρος τη θυγατέρα του και πάνε στο παλάτι.
  Μόλις την είδε ο βασιλιάς, εθάμαξεν απ’ την ομορφιά της. Της κάνει αμέσως λόγο, αν θέλει να γίνει γυναίκα του.
  – Αυτό δεν γίνεται ποτέ, είπεν η κοπέλα. Του λόγου σου ένας βασιλιάς κι εγώ μια φτωχοπούλα, λέει, όχι!
  – Αφού σε θέλω εγώ, τι σε νοιάζει εσένα; Ένα πράμα μονάχα σου ζητώ. Θα κάμομε ένα χαρτί, να υπογράψεις πως δεν θ’ ανακατευτείς ποτέ σε δουλειά δική μου· κι αν ανακατευτείς καμιά φορά, θα διαλέξεις ό,τι θέλεις, να το πάρεις απομέσ’ από το παλάτι μου και να φεύγεις.

  Εσυμφώνησαν λοιπόν, κάνουν το χαρτί και υπογράφει η κοπέλα. Εγίνηκαν οι γάμοι κι εζούσανε καλά. Η κοπέλα δεν ανακατευόταν σε δουλειές του βασιλιά κι ο βασιλιάς ήταν ευχαριστημένος.

  Αφού επέρασαν ολίγα χρόνια, μια μέρα καθόταν η βασίλισσα στο παράθυρο και βλέπει να έρχεται ένας με το γαϊδουράκι του φορτωμένο· μα έξαφνα του ψοφά ο γάιδαρος εκειδά που περπατούσε. Ο αγωγιάτης έτρεχε δεξιά-αριστερά, για να του δώσει καμιά βοήθεια.

  Εκείνη δα την ώρα περνούσε άλλος με το γάιδαρό του και βλέπει που ο ψοφισμένος γάιδαρος είχε καινούργιο σαμάρι. Βγάζει λοιπόν το παλιό του δικού του και παίρνει το καινούργιο.
  Οι δυο αγωγιάτες άρχισαν τότε να φιλονικούν· ο ένας έλεγε πως ήταν το καινούργιο δικό του και ο άλλος πάλι έλεγε πως ήταν δικό του.
  Η βασίλισσα αποπάνω βλέπει το άδικο και φωνάζει:
  «Να πάρει ο αγωγιάτης του ψόφιου γαϊδάρου το καινούργιο σαμάρι που ήταν δικό του». Κι έτσι έγινε, αφού το διάταξεν η βασίλισσα.

Μαθαίνει ο βασιλιάς πως η βασίλισσα έκαμε τη δίκη του σαμαριού και πάει στο παλάτι θυμωμένος κι ευθύς λέει της βασίλισσας, «να ετοιμαστείς να φύγεις, αφού δεν εκράτησες τη συμφωνία μας». Μα η βασίλισσα έξυπνη του λέει: «Θα φύγω ευθύς, μόνο το βράδυ να φάμε μαζί». – «Καλά», της είπε εκείνος. Η βασίλισσα όμως, όταν έτρωγαν, έβαλε στο κρασί του βασιλιά υπνωτικό και, μόλις το ήπιε, αμέσως εκοιμήθηκε.
  Ευθύς εκείνη διάταξε να ετοιμαστεί η βασιλική άμαξα. Αφού την ετοιμάσανε, διατάζει και πιάνουν το βασιλιά, όπως ήταν κοιμισμένος, και τον βάζουν μέσα και μια και δυο στο σπίτι του πατέρα της.

Ο πατέρας της άμα την είδε, ετρόμαξε και την ερώτησε: «Τι τρέχει παιδί μου;» Εκείνη όμως του είπε πως ο βασιλιάς κοιμότανε και γι’ αυτό έπρεπε να σωπάσει. Πιάνουν ύστερα το βασιλιά και τον βάζουν στο κρεβάτι τους.
  Το πρωί άμα εξύπνησε ο βασιλιάς, εκοίταζε καλά καλά, γιατί δεν ήξερε πού βρισκόταν. Χτυπά τα χέρια του κι ευθύς πάει μπροστά του η βασίλισσα και του λέει:
  – Τι θέλεις, Μεγαλειότατε;
  – Θέλω να μου πεις πού βρίσκομαι.
  – Βρίσκεσαι στο σπίτι του πατέρα μου.
  – Και ποιος σου έδωκε την άδεια να με φέρεις εδώ;
  Ευθύς εκείνη του δείχνει το χαρτί που είχαν καμωμένο, να διαλέξει ό,τι θέλει, να το πάρει από το παλάτι και να φύγει· και του λέει:
  – Εγώ ούτε τα πλούτη σου ήθελα ούτε τα καλά σου, μόνο εσένα ήθελα κι εσένα επήρα.
  Εγέλασε τότε ο βασιλιάς και της λέει:
  – Μπράβο σου! συ είσαι πιο έξυπνη από μένα και στο εξής σου δίνω το δικαίωμα να κρίνεις όλες μου τις υποθέσεις.
  Σηκώνονται λοιπόν και πάνε πίσω στο παλάτι τους
  κι εζήσαν κι επεθάνανε,
  παιδιά κι εγγόνια εκάμανε.



3. Οι δώδεκα μήνες 



 Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα και πολύ φτωχιά είχε πέντε παιδιά κι ήταν τόσο φτωχιά, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Και δεν έβρισκε και δουλειά για να δουλέψει, μόνο μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, και της ζύμωνε το ψωμί της και της έδινε για τον κόπο της μηδεκάν ένα γωνιάδι ψωμί να πάει στα παιδιά της να φάνε· μόν’ έφευγε η καημένη με τα ζυμάρια στα χέρια κι ερχότανε στο σπίτι της κι εκεί τα έπλυνε με παστρικό νερό και κείνο το νερό το έβραζε και γινόταν κομμάτι σαν χυλός και τρώγανε τα παιδιά της. Και μ’ αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και νά ’ρθει πάλι η μάνα τους με τ’ άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό.

  Και τα παιδιά της αρχόντισσας με τόσα και τόσα φαγιά, πολλά και παχιά, και με το αφράτο το ψωμί δε θρεβότανε, μόν’ ήτανε σαν τσίροι. Τα παιδιά όμως της φτωχιάς θρεβότανε και παχαίνανε και ήτανε σαν μπαρμπουνάκια. Και σάστιζε η αρχόντισσα και το ’κανε κουβέντα στις φιλενάδες της κι οι φιλενάδες της τής είπαν:
  – Θρέβονται και παχαίνουν τα παιδιά της φτωχιάς, γιατί παίρνει την τύχη των παιδιών σου στα χέρια της και την πηγαίνει στα δικά της τα παιδιά. Γι’ αυτό κείνα παχαίνουν και τα δικά σου ξεπέφτουν και χαλούν.
  Το πίστεψεν η αρχόντισσα και, όταν ήρθε η μέρα για να ζυμώσει πάλι, δεν την άφησε τη φτωχιά να φύγει με άνιφτα χέρια, μόνο την έβαλε και νίφτηκε καλά καλά, για ν’ απομείνει η τύχη μέσ’ στο σπίτι της. Κι η φτωχιά ήρθε στο σπίτι της με τα δάκρυα στα μάτια.
  Τα παιδιά της, άμα την είδαν και δεν είχαν τα χέρια της ζυμάρια, αρχίσανε να κλαίνε. Κι από ένα μέρος κλαίγανε τα παιδιά κι από τ’ άλλο η μάνα. Τέλος αυτή σα μεγάλη έκανε σίδερο την καρδιά της και μέρωσε και είπε στα παιδιά της:
  – Μερώστε, παιδιά μου, και μην κλαίτε και θα σας βρω ένα κομμάτι ψωμί να σας φέρω.


  Και πήγε από πόρτα σε πόρτα και τρόμαξε να βρει να της δώσουν ένα ξερογώνιαδο και το μούσκεψε καλά καλά με το νερό και το μοίρασε στα παιδιά της, κι αφού φάγανε, τα έβαλε και πλαγιάσανε και κοιμηθήκανε. Κι αυτή απάνω στα μεσάνυχτα παίρνει τα μάτια της και φεύγει, για να μην ιδεί τα παιδιά της να πεθαίνουν από την πείνα.
  Κει που πήγαινε στην έρημο τη νύχτα, βλέπει σ’ ένα ψήλωμα ένα φέξος και πήγαινε πάνω σ’ αυτό. Κι όταν πήγε κοντά, είδε πως ήταν τέντα και στη μέση της τέντας κρεμότανε ένας μεγάλος πολυέλαιος με λαμπάδες και αποκάτω από τον πολυέλαιο κρεμότανε ένα πράγμα στρογγυλό σαν τόπι. Μπήκε μέσα στην τέντα εκείνη, κι είδε και καθότανε δώδεκα παλληκάρια και μιλούσανε για μιαν υπόθεση πώς πρέπει να την κάμουν.

Η τέντα ήταν στρογγυλή και στο έμπασμα της τέντας από δεξιά καθότανε τρία παλληκάρια κι είχαν τα στήθια τους ανοιχτά και στα χέρια τους βαστούσαν τρυφερά χορτάρια κι άνθια από τα δέντρα.
  Παρακάτω από αυτά τα παλληκάρια καθότανε άλλα τρία κι ήταν ανασκουμπωμένα ώς τους αγκώνες και χωρίς επανωφόρι και βαστούσαν στα χέρια τους στάχυα ξερά.
  Παρακάτω καθότανε άλλα τρία παλληκάρια και βαστούσαν στο χέρι τους από ένα τσαμπί σταφύλι.
  Παρακάτω καθότανε και άλλα τρία παλληκάρια παραμαζωμένα και φορούσαν από μια γούνα μακριά από το λαιμό ώς κάτω από τα γόνατα.

Άμα την είδαν τα παλληκάρια τη γυναίκα, είπαν:
  – Καλώς τη θείτσα, κάθησε.
  Κι η γυναίκα, αφού τα χαιρέτησε, κάθησε. Κι αφού κάθησε τη ρωτήσανε πώς ήταν και πήγε σε κείνα τα μέρη. Κι η καημένη η χήρα αφηγήθηκε την κατάστασή της και τα βάσανά της κι επειδή τα παλληκάρια καταλάβανε πως πεινά η φτωχιά, σηκώθηκεν ένας από εκείνους που φορούσαν τις γούνες και της έβαλε τραπέζι κι έφαγε· κι είδε πως ήταν κουτσός.
  Αφού έφαγεν η γυναίκα και χόρτασε, αρχίσανε τα παλληκάρια να τη ρωτούν για λογής λογής πράματα της χώρας κι η γυναίκα αποκρινότανε ό,τι ήξερε. Στα υστερινά τής λένε τα τρία παλληκάρια, που είχαν τα στήθια τους ανοιχτά:
  – Ε, θείτσα, πώς περνάτε με τους μήνες του χρόνου; Πώς σας φαίνεται ο Μάρτης, ο Απρίλης κι ο Μάης;
  – Καλά περνούμε παιδιά μου, αποκρίθηκεν η χήρα και μάλιστα, αφού έρθουν αυτοί οι μήνες, πρασινίζουν τα βουνά κι οι κάμποι και στολίζεται η γης με λογιών των λογιών λουλούδια και βγαίνει μια μοσκοβολάδα, που ανασταίνεται ο άνθρωπος. Αρχίζουν και κελαηδούν όλα τα πουλιά. Βλέπουν οι ζευγίτες τα χωράφια τους πράσινα και χαίρεται η καρδιά τους κι ετοιμάζουν τις αποθήκες τους. Ώστε δεν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε για το Μάρτ’ Απρίλη και Μάη, γιατί ρίχνει ο Θεός φωτιά και μας καίει για την αχαριστιά μας.

  Ύστερα της είπαν και τα άλλα τρία τα παλληκάρια, που ήταν ανασκουμπωμένα και βαστούσαν στάχυα:
  – Εμ, ο Θεριστής, ο Αλωνιστής κι ο Αύγουστος πώς σας φαίνονται;
  Κι η φτωχιά αποκρίθηκε:
  – Και γι’ αυτούς τους μήνες δεν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε, γιατί με τη ζέστα που κάνουν, ωριμάζουν τα γεννήματα και όλα τα οπωρικά. Τότε θερίζουν οι ζευγίτες τα σπαρτά τους κι οι περιβολαρέοι συμμαζεύουν τα οπωρικά τους. Και μάλιστα οι φτωχοί πολύ είναι ευχαριστημένοι απ’ αυτούς τους μήνες, γιατί δεν χρειάζονται πολλά και ακριβά ρούχα.
  Ύστερα τη ρωτήσανε τ’ άλλα τα τρία τα παλληκάρια, που βαστούσαν τα σταφύλια:
  – Με τους μήνες Σεπτέμβρη, Οκτώβρη και Νοέμβρη πώς τα πάτε;
  – Αυτούς τους μήνες, αποκρίθηκεν η γυναίκα, μαζεύουν οι άνθρωποι τα σταφύλια και τα κάνουν κρασί. Κι αλλιώς έχουν αυτό το καλό που δίνουν είδηση πως έρχεται ο χειμώνας και φροντίζουν οι άνθρωποι για ξύλα, για κάρβουνα και για βαριά φορέματα, για να ζεσταίνονται.

Ύστερα τη ρωτήσανε και τα παλληκάρια, που είχαν τις γούνες:
  – Eμ, με τους μήνες Δεκέμβρη, Γενάρη και Φλεβάρη πώς περνάτε;
  – A! αυτοί οι μήνες πολύ μας αγαπούν, είπεν η φτωχιά, κι εμείς πολύ τους αγαπούμε. Mα θα ρωτήσετε γιατί; Nά γιατί! επειδή οι άνθρωποι είναι φυσικά αχόρταγοι και θέλουν να δουλεύουν χρονικίς, για να κερδαίνουν πολλά, έρχονται αυτοί οι μήνες του χειμώνα και μας περιμαζώνουν τριγύρω στη γωνιά και μας ξεκουράζουν απ’ τις δουλειές του καλοκαιριού. Τους αγαπούν κι οι άνθρωποι, γιατί με τις βροχές τους και με τα χιόνια τους μεγαλώνουν όλα τα σπαρτά και όλα τα χορτάρια. Ώστε, παιδιά μου, όλ’ οι μήνες καλοί κι άξιοι είναι και κάνουν κάθε ένας τη δουλειά, που τον πρόσταξεν ο Θεός. Εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε καλοί.
  Τότε τα έντεκα τα παλληκάρια γνέψανε στον πρώτο από κείνους που βαστούσαν τα σταφύλια και βγήκεν όξω και σε λίγο ήρθε πάλι μέσα και βαστούσε στα χέρια του μια λαγήνα ταπωμένη και την έδωκε στη γυναίκα και της είπαν:
  – Άιντε τώρα θείτσα, πάρε αυτήν τη λαγήνα και πήγαινε στο σπίτι σου να ζήσεις τα παιδιά σου.
  Φορτώθηκε τη λαγήνα η γυναίκα με τη χαρά και είπε στα παλληκάρια:
  – Πολλά τα έτη σας, παιδιά μου.
  – Ώρα καλή σου, θείτσα, της αποκρίθηκαν κι έφυγε.
  Και ίσια ίσια την ώρα που χάραξε, ήρθε κι αυτή στο σπίτι της κι ηύρε τα παιδιά της ακόμα και κοιμόντανε. Κι άπλωσε ένα σεντόνι κι άδειασε τη λαγήνα κι είδε πως ήταν γεμάτη φλουριά και κόντεψε να τα χάσει από τη χαρά της.

Αφού έφεξε καλά, πήγε στο φούρνο της αγοράς κι αγόρασε πεντ’ έξι ψωμιά και καμιάν οκά τυρί και ξύπνησε τα παιδιά της, τα ένιψε, τα συγύρισε, τα ’βαλε κι είπαν την προσευχή τους κι ύστερα τους έδωσε ψωμί και τυρί και φάγανε τα καημένα και χορτάσανε καλά.
  Ύστερα αγόρασε ένα κιλό σιτάρι και το πήγε στο μύλο και το άλεσε, το ζύμωσε και πήγε τα ψωμιά στο φούρνο και ψηθήκανε.
  Και την ώρα που γύριζε απ’ το φούρνο με την πινακωτή τα ψωμιά στον ώμο και πήγαινε στο σπίτι της, την είδεν η αρχόντισσα κι υποψιάστηκε πως κάτι τι της έτυχε κι έτρεξε καταπόδι της, για να μάθει πού ηύρε τ’ αλεύρι και ζύμωσε. Η αγαθή η φτωχιά είπεν όλη την αλήθεια.

  Ζήλεψε η αρχόντισσα κι έβαλε στο νου της να πάει και κείνη σε κείνα τα παλληκάρια.
  Τη νύχτα λοιπόν, αφού αποκοίμισε τον άντρα της και τα παιδιά της, βγήκε από το σπίτι της και πήρε το δρόμο και πάει κι ηύρε την τέντα, που ήτανε οι δώδεκα μήνες, και τους χαιρέτησε. Κι αυτοί της είπαν:
  – Καλώς την κοκώνα, πώς ήταν και καταδέχτηκες και μας ήρθες;
  – Είμαι φτωχιά, αποκρίθηκε, κι ήρθα να με βοηθήσετε.
  – Πολύ καλά, είπαν· πεινάς; θέλεις να φας;
  – Όχι, σας ευχαριστώ, είπε, είμαι χορτάτη.
  – Πολύ καλά, είπαν τα παλληκάρια, και πώς περνάτε στη χώρα;
  – Μη χειρότερα, αποκρίνεται.
  – Εμ, πώς περνάτε με τους μήνες; ξαναρωτήσανε.

  – Πώς να περάσουμε, αποκρίθηκεν εκείνη. Ο κάθε ένας τους έχει και την οργή του. Ενώ από τον Αύγουστο είμαστε συνηθισμένοι στη ζέστα, έρχεται μάνι-μάνι ο Σεπτέμβρης, ο Οκτώβρης κι ο Νοέμβρης και μας κρυώνουν και άλλον τον πιάνει παροξυσμός και άλλος πουντιάζει. Ύστερα μπαίνουν οι χειμωνιάτικοι οι μήνες Δεκέμβρης, Γενάρης και Φλεβάρης και μας παγώνουν και γεμίζουν οι δρόμοι χιόνια και δεν μπορούμε να βγούμε όξω και μάλιστα κείνος ο Κουτσοφλέβαρος!… (Τ’ ακούει ο καημένος ο Φλεβάρης). Αμ’ κείνοι πάλι οι ξεμωραμένοι μήνες, Μάρτης, Απρίλης και Μάης! Δεν το νιώθουν πως είναι καλοκαιρινοί μήνες, μόν’ θέλουν να κάνουν κι αυτοί σαν τους χειμωνιάτικους, ώστε αυτοί καταντούν τον χειμώνα εννιά μήνες. Και δε μπορούμε να βγούμε όξω την Πρωτομαγιά να πιούμε τον καφέ με το γάλα και να κυλιστούμε στα χορτάρια. Ύστερα έρχονται ο μήνες Θεριστής, Αλωνιστής και Αύγουστος. Αυτοί πάλι έχουν μανία να μας πνίγουν στον ίδρωτα με τη ζέστα που κάνουν. Και μάλιστα απ’ τη ζέστα του Δεκαπενταύγουστου μας πιάνει παροξυσμός και έρχονται κι οι δρίμες και μας χαλνούν τ’ ασπρόρουχα στις απλωστεριές. Τι να σας πω, παλληκάρια. Περνούμε με τους μήνες (που να μη λαχαίνανε κατάρα) μια ζωή ξεσκισμένη.

  Δεν είπαν τίποτα τα παλληκάρια, μόν’ γνέψανε κείνον, που καθότανε στη μέση κεινών που ήτανε ανασκουμπωμένοι και βαστούσαν στάχυα. Κι αυτός σηκώθηκε κι έφερεν ένα λαγήνι ταπωμένο και το ’δωσε στη γυναίκα και της είπε:
  – Πάρε αυτό το λαγήνι, κι όταν θα πας στο σπίτι σου να σφαλιστείς μόν’ μονάχη σ’ ένα δωμάτιο και να τ’ αδειάσεις. Στο δρόμο μην τύχει και τ’ ανοίξεις.
  – Όχι, δεν τ’ ανοίγω, είπε και έφυγε η γυναίκα και ήρθε με τη χαρά στο σπίτι, προτού ακόμα ξημερώσει.

  Και σφαλίστηκε σ’ ένα δωμάτιο ολομόναχη και άπλωσε ένα σεντόνι και ξετάπωσε το λαγήνι και το άδειασε. Και τι ν’ αδειάσει; Όλο φίδια! Και χυθήκανε απάνω της και την φάγανε ολοζώντανη. Κι άφησε τα παιδιά της ορφανά, γιατί δεν είναι καλό να κατηγορεί κανείς τον άλλον. Η φτωχιά όμως με την αγαθή της την καρδιά και με την γλυκειά της τη γλώσσα αρχόντυνε και γίνηκε μεγάλη κοκώνα και πρόκοψε και τα παιδιά της. Νά! αυτό είναι που λένε «καλά υστερνά».



Οι δώδεκα μήνες λαϊκό παραμύθι σε βίντεο 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου